Μία αναγνώστρια εξομολογείται: «Πάντα ασελγούσε πάνω μου. Ακόμη και πάνω από τα ρούχα μου»

«Δε θα μιλούσα ποτέ. Δε θα έγραφα ποτέ τη δική μου ιστορία...Είμαι 27 ετών και πέρασα κάτι αντίστοιχο. Όχι το παιδί μου, αλλά εγώ η ίδια. Όταν διάβασα την ιστορία για την κόρη της, ένιωσα σαν να ξαναζώ τον δικό μου εφιάλτη,τη δική μου ιστορία, που δεν ξέρει κανείς, παρά μόνο ο άνδρας μου και ο πατέρας μου, αφού η μαμά μου πέθανε όταν ήμουν μωρό. Μεγάλωνα με τον μπαμπά μου σε μια επαρχιακή πόλη στη Μακεδονία. Μαζί μας ήταν η γιαγιά και ο παππούς μου. Στην ίδια πόλη έμεναν και τα δύο αδέρφια του πατέρα μου και η αδερφή του. Επειδή ο μπαμπάς μου έπρεπε να δουλέψει, έλλειπε συχνά από το σπίτι και έτσι τη φροντίδα μου την είχε εναποθέσει στους γονείς του. 

Θα πρέπει να ήμουν 6 ετών όταν η γιαγιά με πήγαινε στο σπίτι της θείας μου για να παίξω με τις δύο μου ξαδερφούλες. Μια μέρα που η θεία μου είχε δουλειά με τη γιαγιά με άφησαν το μεσημέρι στο σπίτι με τον θείο μου για να παίξω με τα κορίτσια. Ο θείος μου μετά το παιχνίδι έβαλε τα κορίτσια για ύπνο και μου είπε ότι πρέπει να κοιμηθώ και εγώ εκεί. Πήγα να ξαπλώσω στο δωμάτιο των κοριτσιών αλλά μου είπε, «Για να μην τις ξυπνήσουμε, εσύ θα κοιμηθείς μαζί μου»! Πήγα και κοιμήθηκα μαζί του. Αλλά την ώρα που ξάπλωσα ήρθε από το μπάνιο με μια πετσέτα. Την έβαλε επάνω στο σεντόνι και μου έβγαλε το παντελόνι και το εσώρουχο. Ειλικρινά δεν καταλάβαινα. Το μόνο που μου είπε ήταν, «Ό,τι και να κάνουμε εδώ θα είναι το μικρό μας μυστικό. Δεν πρέπει να το πεις στον μπαμπά σου, τη γιαγιά και τον παππού γιατί θα θυμώσουν μαζί σου. Εξάλλου αυτό που θα κάνουμε δεν είναι κακό». 

Με αυτά τα λόγια γδύθηκε από τη μέση και κάτω και άρχισε να ασελγεί επάνω μου. Ποτέ δεν διείσδυσε μέσα μου αλλά ακούμπησε το γεννητικό του όργανο επάνω στο δικό μου. Τρίφτηκε και αφού τελείωσε σκούπισε με την πετσέτα τα υγρά του από πάνω μου. Με κοίταξε με ένα κρύο βλέμμα και μου είπε, «Αν πεις κάτι, να ξέρεις θα πάθεις κακό». Δεν είπα τίποτα. Φοβόμουν. Ένιωθα τύψεις και ένιωθα ενοχές για όλο αυτό που γινόταν. Μακάρι να μιλούσα τότε... όσο ήταν νωρίς. Αλλά δεν μίλησα. Και αφού δεν μίλησα, το μαρτύριό μου συνεχίστηκε μέχρι που πήγα στην πρώτη Λυκείου. Και μέχρι τότε δεν μίλαγα. Φοβόμουν. Καθώς μεγάλωνα, μεγάλωναν και οι ενοχές. Πίστευα ότι αν μιλούσα θα έλεγαν ότι ήθελα και το έπαθα. Θα νόμιζαν πως το προκάλεσα εγώ η ίδια. Μέχρι που μια μέρα του είπα, «Δεν μ'αρέσει όλο αυτό, θα το πω στον μπαμπά μου», και μου είπε, «Αν πεις οτιδήποτε θα τα αρνηθώ. Θα πω ότι τα έβγαλες όλα από το μυαλό σου». Φοβήθηκα και δεν μίλησα αλλά πάντα τον απέφευγα. Δεν του μίλαγα. Δεν τον φίλαγα σε γιορτές και συγκεντρώσεις, όπως έκανα με τους άλλους μου θείους (τα αδέρφια του μπαμπά μου). Δεν πήγαινα στο σπίτι του. Αν ερχόταν στο δικό μας, γελούσε πονηρά και έγλειφε τα χείλη του. Πάντα είχα έναν κόμπο στο στομάχι. Πέρασα στο Πανεπιστήμιο και έφυγα για Θεσσαλονίκη. 

Εκεί γνώρισα τον άνδρα μου  ο οποίος ήταν ο πρώτος μου σύντροφος. Σε αυτό το σημειο πρέπει να σας πω ότι ποτέ δεν είχε ολοκληρωθεί η σεξουαλική πράξη με το θείο μου. Πάντα ασελγούσε πάνω μου. Ακόμη και πάνω από τα ρούχα μου, ειδικά από το γυμνάσιο και μετά. Πριν προχωρήσω έπρεπε να μιλήσω στον -σημερινό πλέον- σύζυγό μου. Να του πω την ιστορία μου. Ένιωθα πως έπρεπε να γνωρίζει. Κι έτσι έκανα. Η αντίδρασή του ήταν συμπονετική. Με κατάλαβε και με πίστεψε. Όταν πια, ήρθε η ώρα να με ζητήσει σε γάμο πήγαμε στην πόλη μου. Έπρεπε να γνωρίσει τον μπαμπά μου, τη γιαγιά και τον παππού. Στο σπίτι ήρθε και η θεία μου μαζί με τον θείο, για να τον γνωρίσουν. Ο άνδρας μου τον κοίταζε με μισό μάτι. Ποτέ δεν τον χώνεψε. Κάποια στιγμή στην αυλή πήγε να του πιάσει την κουβέντα και του είπε όλο νεύρα και διακριτικά για να μην τον ακούσει η θεία μου, «Το ότι δεν γνωρίζει τίποτα ο πεθερός μου δε σημαίνει πώς δεν γνωρίζω εγώ. Μακριά από τη γυναίκα μου γιατί θα σε σκοτώσω με τα ίδια μου τα χέρια.» Από τότε ένιωσα μεγάλη προστασία. Κάθε φορά φοβόμουν να πάω στην πόλη μου για να μην τον δω μπροστά μου. Από εκείνη την ημέρα όμως, ένιωσα ανακούφιση. Τα χρόνια πέρασαν ώσπου μια μέρα, μιλούσαμε με τον πατέρα μου για κάτι άσχετο. Στην τηλεόραση έλεγε για έναν γυμναστή που ασέλγησε σε ένα αγόρι. Κάθε φορά που ακούω για ασέλγεια, ξυπνάνε οι μνήμες και ο εφιάλτης. Άρχισε να μιλά άσχημα. 

Σκέφτηκα: «Πώς θα αντιδρούσε αν ήξερε για την κόρη του;». Μέρες μετά μου τηλεφώνησε για να μου πει πως ο «θείος» μου ήταν άρρωστος και πως η θεία μου χρειαζόταν χρήματα. Επειδή δεν ήταν καλά οικονομικά ζήτησε χρήματα από εμένα. «Τι; Να δώσω εγώ χρήματα για να γίνει καλά αυτός; ΠΟΤΕ!» του είπα και έκλεισα το τηλέφωνο. Πήρε τον άνδρα μου για να του πει τα ίδια και ο άνδρας μου του είπε, «Δεν μπορώ να της αλλάξω γνώμη, έχει τους λόγους της. Δεν μπορώ να κάνω κάτι εγώ». Λίγες μέρες μετά ήρθε στο σπίτι. Με ρωτούσε γιατί. Γιατί, δεν θέλω να βοηθήσω το «θείο» μου και άνδρα της αδερφής του. Του είπα, «Μπαμπά μη με πιέζεις. Απλά δε θέλω. Τη θεία την αγαπώ, αν δεν την αγαπούσα θα είχα μιλήσει χρόνια πριν. Μη μου ζητάς να βοηθήσω αυτόν. Η αρρώστια του, είναι η τιμωρία του. Τον τιμωρεί ο Θεός, γιατί δεν είναι άνθρωπος, είναι ένα ΤΕΡΑΣ!». Ο μπαμπάς μου έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Με ρώτησε γιατί συμπεριφέρομαι έτσι, μέχρι που ο άνδρας μου, με παρακίνησε να του μιλήσω. «Μπαμπά τι θα έκανες αν μάθαινες ότι κάποιος ασελγούσε πάνω μου για πάνω από 6 χρόνια;», πάγωσε. Με κοίταξε με ένα βλέμμα που δεν με είχε ξανακοιτάξει ποτέ. «Θα τον σκότωνα!». «Γι'  αυτό δεν μιλούσα. Γιατί φοβόμουν. Το έκανε συνέχεια και πολλές φορές. Γιατί το έκανε σε εμένα; Είχε παιδιά! Γιατί σε εμένα; Και φοβόμουν να μιλήσω. Δεν θα με πίστευε κανείς. Η θεία τι θα έλεγε; Ο κόσμος; Αυτή είναι η τιμωρία του.

Ο Θεός τιμωρεί.»

 

Ο μπαμπάς μου τρελάθηκε. Ήθελε να τον σκοτώσει. Του ζήτησα να μην κάνει τίποτα, εξάλλου οι μέρες του ήταν μετρημένες. Είχε καρκίνο. Υπέφερε. Πόνεσε. Ταλαιπωρήθηκε. Αλλά δεν τον λυπήθηκα ούτε μια στιγμή. Κάθε άλλο. Όταν πέθανε, ηρέμισα. Ήξερα πώς δεν θα τον ξανάβλεπα. Δεν ξέρω αν ήταν σωστά τα συναισθήματά μου αλλά έτσι ένιωθα. Μάλιστα χάρηκα για ό,τι έπαθε. Μπορεί κάτι αντίστοιχο να είχε κάνει και σε κάποια παιδάκια στον παιδικό σταθμό που δούλευε. Ήταν οδηγός. Αν και προσπαθώ να ξεχάσω ό,τι πέρασα, δυστυχώς συμβαίνουν αυτά και θα συμβαίνουν πάντα. Απλά τα παιδιά πρέπει να μάθουν να μιλούν. Να μην φοβούνται. 

Όσο κρατούν τέτοια μυστικά, τόσο χειρότερο είναι για αυτά. Μιλήστε. Μην φοβάστε. Τέτοιοι άνθρωποι θα έπρεπε να τιμωρούνται. Όχι με απλή φυλάκιση αλλά με κρεμάλα ή θανατική ποινή. Προσέξτε τα παιδιά σας. Παρατηρήστε τα,  αν κάποια στιγμή ντρέπονται χωρίς λόγο. Παρατηρήστε αν δεν θέλουν να δουν κάποιον. Παρατηρήστε κάθετι ύποπτο. Πρέπει να προσέχετε. Πλέον έιμαι μητέρα, έχω τον γιο μου κα τον προσέχω σαν τα μάτια μου. Σας γράφω και κλαίω. Κλαίω γιατί ξέρω τι πέρασε η κόρη της μητέρας που σας έστειλε το γράμμα της. Το ξέρω γιατί το έζησα. Πάντα θα υπάρχει ένας παππούς, ένας θείος, ένας φίλος, ένας γείτονας ή ένας δάσκαλος. 

Προσοχή στα παιδιά σας. Προσοχή.

Όσο για την κοπέλα που βγαίνει από τη φυλακή ο πρώην πεθερός της, καλύτερα να μην τον συναντήσει μαζί με τη κόρη της. Γιατί οι αναμνήσεις πάντα υπάρχουν στο υποσυνείδητο. Κοιμούνται. Αλλά πάντα θα γίνεται κάτι που θα τις ξυπνάει σε ανύποπτο χρόνο . Όπως έγινε με έμενα σήμερα.»

Επικοινωνία